|
| |
|
Ένα κορίτσι που γεννήθηκε
στις 13 Οκτωβρίου το 1934 στα Χανιά και έμελε να γίνει μία από τις πιο
γνωστές Έλληνιδες στην υφήλιο. Η Νάνα της Ελλάδας, με τα γυαλιά και το
διαβατήριο που είχε πάντα πρόχειρο, αποχαιρέτισε το κοινό της με μια
παγκόσμια περιοδεία που ολοκληρώθηκε στο Ηρώδειο το καλοκαίρι που
πέρασε.
|
 |
«Δεν αναγκάστηκα. Το επέλεξα». Τόσο απλά και αποφασιστικά, η Νάνα
Μούσχουρη εξηγούσε πριν από λίγο καιρό, το αίσιο τέλος μιας μουσικής
περιπέτειας που ξεκίνησε πριν από πέντε δεκαετίες και την οδήγησε και
στις πέντε ηπείρους. Γι’ αυτό και κάποτε ο επιστήθιος φίλος της Νίκος
Γκάτσος είχε πει πως «αυτό το κορίτσι είναι ένα καράβι που ταξιδεύει».
Στο βιογραφικό
της χωρούν 1.600 ηχογραφημένα τραγούδια σε οκτώ γλώσσες, 450 δίσκοι παγκοσμίως
από τους οποίους πάνω από 350 έγιναν χρυσοί και πλατινένιοι. Σύμφωνα με τα
επίσημα στοιχεία της IFPI, οι πωλήσεις των δίσκων της έχουν ξεπεράσει τα 300
εκατομμύρια παγκοσμίως, γεγονός που την κατατάσσει μετά τους Beatles και τον
Elvis Prisley. Στη Γαλλία, είναι η γυναίκα καλλιτέχνης που έχει τους
περισσότερους χρυσούς δίσκους, από την εποχή που καθιερώθηκε ο θεσμός το 1974,
και δεκάδες τιμητικά βραβεία της έχουν δοθεί σε πολλές χώρες.
Τα τελευταία τριάντα χρόνια έδινε κατά μέσο όρο 100 συναυλίες το χρόνο. Και όλα
αυτά τα χρόνια μοίραζε στο πρόγραμμα τα ελληνικά τραγούδια με τα ξένα. Τελικά,
τα ελληνικά τραγούδια υπήρξαν πάντα τα δυνατά σημεία των συναυλιών της, όπως
αναφέρει στο βιβλίο «Το όνομα μου είναι Νάνα» του Φώτη Απέργη που κυκλοφορεί από
τον εκδοτικό οίκο Λιβάνη.
Στα Χανιά
Τη χρονιά που γεννήθηκε η Νάνα, η οικογένεια της ζούσε στα Χανιά. Ο πατέρας της
Κώστας Μούσχουρης εργαζόταν ως μηχανικός σε κινηματογράφο και αγαπούσε τα
χαρτιά. Τόσο που, όταν οι πόνοι έπιασαν τη μητέρα της Αλίκη και εκείνος έφυγε να
φέρει τη μαμή, έκανε μια στάση για να δει τι γίνεται με την παρτίδα που άφησε
στη μέση. Επέστρεψε το πρωί και η Νάνα είχε έρθει στον κόσμο. Στη βιογραφία της
αναφέρει πως οι γονείς της τη δίδαξαν πάνω από όλα το ήθος, με το οποίο
αναμετρούσαν και τις δικές τους αδυναμίες. Και πως της φανέρωναν το λευκό μέσα
από το μαύρο.
Μεγάλωσε στην Αθήνα, πάντα πολύ αδύνατη, ανασφαλής ως έφηβη και μια από τις
καλύτερες μαθήτριες. Δεν έχει ξεχάσει τη φρίκη του πολέμου, τις σειρήνες και το
βόμβο των αεροπλάνων. Η μητέρα της εκείνα τα χρόνια μάζευε σαλιγκάρια, τα οποία
σήμερα όπως λέει, αν και θεωρούνται εκλεκτός μεζές στη Γαλλία, δεν αντέχει ούτε
να τα βλέπει χωρίς να της θυμίζουν την κατοχή.
Είχε φτάσει 11 ετών όταν η μητέρα της την πήγε στο οφθαλμιατρείο. Δεν ήθελε
καθόλου να βάλει γυαλιά, αλλά τα φόρεσε και δεν τα ξαναέβγαλε ποτέ. Είχαν γίνει
η ασπίδα της. «Φορώντας τα, ένιωθα επιτέλους ότι οι άλλοι δεν μπορούσαν να
μαντέψουν τι σκεφτόμουν» λέει. Όταν κάποτε χρόνια μετά, ο Χάρι Μπελαφόντε της
ζήτησε πριν από προγραμματισμένες συναυλίες να βγάλει τα γυαλιά, εκείνη
απάντησε: «σε παρακαλώ Χάρι, αν θέλεις να μείνω, πρέπει να μείνουν και τα γυαλιά
μου».
Το 1946, η Νάνα και η επίσης καλλίφωνη αδερφή της Τζένη, πέρασαν την πόρτα του
Ωδείου. Στο πρώτο μάθημα η καθηγήτρια κ. Κέμπερς είπε ότι η αδερφή της έχει πολύ
ωραία φωνή, αλλά «η μικρή είναι λίγο βραχνούλα, να μεγαλώσει λίγο και το
ξανασυζητάμε». Έβαλε τα κλάματα και έμεινε, σπουδάζοντας για τα επόμενα χρόνια
κλασσικό τραγούδι. Έτσι ανακάλυψε και την ιδιαιτερότητα των φωνητικών της
χορδών, αφού η μία είναι πιο χοντρή από την άλλη και λίγο δυσκίνητη. Για αυτό
ήταν πάντα πολύ επιμελής και επί δεκαετίες, έκανε κάθε μέρα συγκεκριμένες
ασκήσεις. >>>>>>>>>
Μαρία Σαρρή
Η πλήρης παρουσίαση
στο τεύχος 103 των ΣΤΙΓΜΩΝ
Κείμενο και φωτογραφίες από αυτή την σελίδα μπορούν να αναπαραχθούν κατόπιν έγγραφης άδειας του εκδότη (niko@stigmes.gr) και με αναφορά στην πηγή ως: "από τις ΣΤΙΓΜΕΣ, το Κρητικό περιοδικό" με σύνδεση στο www.stigmes.gr και αναφορά στον συντάκτη και φωτογράφο
|